Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υιοθετώ

ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάαναγνωρίζω ένα παιδί ως δικό μου με υιοθεσία Βικιλεξικό
    • αφού δεν μπόρεσαν να κάνουν παιδιά, υιοθέτησαν
  2. μεταφορικάεγκρίνω κι ενστερνίζομαι κάτι ως δικό μου Βικιλεξικό
    • Ο Κηρομάνος ήταν δειλός άντρας και σπάνια κατέφευγε σε τέτοιες πρακτικές, Εκείνος προτιμούσε τις γαλιφιές και τα χαμόγελα, την υπομονή και το καλόπιασμα. Εγώ απ' την πρώτη στιγμή υιοθέτησα το και ο άγιος φοβέρα θέλει, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για χρεωμένους κουμαρτζήδες, χαρτοπαίχτες και μεθύστακες των καφέ σαντάν, γεροπαραλυμένους που έστελναν δαχτυλίδια και κολιέ σε θεατρίνες. (Ισίδωρος Ζουργός, Παλιές και νέες χώρες, εκδ. Πατάκης, 2023)
    • έχει υιοθετήσει ακόμη και τον τρόπο ομιλίας του αγαπημένου της!

Ετυμολογία

υιοθετώ < υἱοθεσία < υἱόν + θέσθαι (< τίθεμαι)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυιοθετώυιοθετείςυιοθετείυιοθετούμευιοθετείτευιοθετούν / υιοθετούνε
Παρατατικόςυιοθετούσαυιοθετούσεςυιοθετούσευιοθετούσαμευιοθετούσατευιοθετούσαν / υιοθετούσανε
Αόριστοςυιοθέτησαυιοθέτησεςυιοθέτησευιοθετήσαμευιοθετήσατευιοθέτησαν / υιοθετήσαν / υιοθετήσανε
Μέλλονταςθα υιοθετήσω / θα υιοθετώθα υιοθετήσεις / θα υιοθετείςθα υιοθετήσει / θα υιοθετείθα υιοθετήσουμε / θα υιοθετούμεθα υιοθετήσετε / θα υιοθετείτεθα υιοθετήσουν / θα υιοθετήσουνε / θα υιοθετούν / θα υιοθετούνε
Παρακείμενοςέχω υιοθετήσειέχεις υιοθετήσειέχει υιοθετήσειέχουμε υιοθετήσειέχετε υιοθετήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα υιοθετήσειείχες υιοθετήσειείχε υιοθετήσειείχαμε υιοθετήσει——
Υποτακτικήνα έχω υιοθετήσει / να υιοθετήσω / να υιοθετώνα έχεις υιοθετήσει / να υιοθετήσεις / να υιοθετείςνα έχει υιοθετήσει / να υιοθετήσει / να υιοθετείνα έχουμε υιοθετήσει / να υιοθετήσουμε / να υιοθετούμενα έχετε υιοθετήσει / να υιοθετήσετε / να υιοθετείτενα υιοθετήσουν / να υιοθετήσουνε / να υιοθετούν / να υιοθετούνε
Προστακτική—υιοθέτει / υιοθέτησε——υιοθετήστε / υιοθετείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →