Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υλικό

/i.liˈko/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ύλη, οι ουσίες με χαρακτηριστικές ιδιότητες που έχει κάτι Βικιλεξικό
    • Από τι υλικό είναι φτιαγμένο;
    • Τι υλικά έχει η συνταγή του φαγητού;
    • χαρακτηριστική είναι η αναφορά του στο υλικό κατασκευής του κτιρίου, τραβερτίνης καλής ποιότητας που θυμίζει τον ιταλικό. (Ludwig Ross και η Ελλάδα, πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου, Αθήνα, 2-3 Οκτωβρίου 2002, Verlag Marie Leidorf, 2005, σελ. 195)
  2. σύνολο στοιχείων ή μέσων Βικιλεξικό
    • έμψυχο και άψυχο υλικό
  3. τα βασικά στοιχεία μιας μελέτης, έρευνας, δημιουργίας Βικιλεξικό
    • Στο διδακτορικό θα χρησιμοποιήσω υλικό από την πτυχιακή μου εργασία.
  4. πληροφορικήhardware: το ηλεκτρονικό μέρος του υπολογιστή ή γενικότερα ενός συστήματος, το οποίο και δεν τροποποιείται (μεταβάλλεται) κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του Βικιλεξικό
    • Ένα υπολογιστικό σύστημα αποτελείται από το υλικό και το λογισμικό.

Ετυμολογία

υλικό < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑλικόν, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ὑλικός, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική matériel

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυλικόυλικά
Γενικήυλικούυλικών
Αιτιατικήυλικόυλικά
Κλητικήυλικόυλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →