υλισμικό
•
- νεολογισμόςτο υλικό μέρος του εξοπλισμού ενός συστήματος υπολογιστή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υλισμικό < ύλη + -ισμικό κατ' αναλογία με το λογισμικό < λογισμός < λόγος < νεολογισμός αρχών του 21ου αιώνα που έχει προταθεί από την ΕΛΕΤΟ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υλισμικό | υλισμικά |
| Γενική | υλισμικού | υλισμικών |
| Αιτιατική | υλισμικό | υλισμικά |
| Κλητική | υλισμικό | υλισμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →