Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υλιστής

/i.liˈstis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. φιλοσοφίαοπαδός του υλισμού Βικιλεξικό
  2. γενικότεραένας άνθρωπος που ενδιαφέρεται μόνον ή κυρίως για τα υλικά αγαθά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υλιστής < υλ(ισμός) + -ιστής, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική matérialiste

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυλιστήςυλιστές
Γενικήυλιστήυλιστών
Αιτιατικήυλιστήυλιστές
Κλητικήυλιστήυλιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →