υλοποιούμαι
•
- γίνομαι πραγματικός, παίρνω "σάρκα και οστά", με πραγματοποιούν Βικιλεξικό
- υλοποιούνται τα όνειρα, τα σχέδια, τα οράματα, οι προσδοκίες, τα προγράμματα
- εμφανίζομαι (για οπτασίες που κάποιοι πιστεύουν ότι αποκτούν υλική υπόσταση) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υλοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος υλοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υλοποιούμαι | υλοποιείσαι | υλοποιείται | υλοποιούμαστε | υλοποιείστε | υλοποιούνται |
| Παρατατικός | υλοποιούμουν | υλοποιούσουν | υλοποιούνταν | υλοποιούμασταν / υλοποιούμαστε | υλοποιούσασταν / υλοποιούσαστε | υλοποιούνταν |
| Αόριστος | υλοποιήθηκα | υλοποιήθηκες | υλοποιήθηκε | υλοποιηθήκαμε | υλοποιηθήκατε | υλοποιήθηκαν / υλοποιηθήκαν / υλοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα υλοποιηθώ / θα υλοποιούμαι | θα υλοποιείσαι / θα υλοποιηθείς | θα υλοποιείται / θα υλοποιηθεί | θα υλοποιηθούμε / θα υλοποιούμαστε | θα υλοποιείστε / θα υλοποιηθείτε | θα υλοποιηθούν / θα υλοποιηθούνε / θα υλοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω υλοποιηθεί | έχεις υλοποιηθεί | έχει υλοποιηθεί | έχουμε υλοποιηθεί | έχετε υλοποιηθεί | έχουν υλοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα υλοποιηθεί | είχες υλοποιηθεί | είχε υλοποιηθεί | είχαμε υλοποιηθεί | είχατε υλοποιηθεί | είχαν υλοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω υλοποιηθεί / να υλοποιηθώ / να υλοποιούμαι | να έχεις υλοποιηθεί / να υλοποιείσαι / να υλοποιηθείς | να έχει υλοποιηθεί / να υλοποιείται / να υλοποιηθεί | να έχουμε υλοποιηθεί / να υλοποιηθούμε / να υλοποιούμαστε | να έχετε υλοποιηθεί / να υλοποιείστε / να υλοποιηθείτε | να έχουν υλοποιηθεί / να υλοποιηθούν / να υλοποιηθούνε / να υλοποιούνται |
| Προστακτική | — | υλοποιήσου | — | — | υλοποιείστε / υλοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →