Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υλοποιούμαι

ρήμα
•
  1. γίνομαι πραγματικός, παίρνω "σάρκα και οστά", με πραγματοποιούν Βικιλεξικό
    • υλοποιούνται τα όνειρα, τα σχέδια, τα οράματα, οι προσδοκίες, τα προγράμματα
  2. εμφανίζομαι (για οπτασίες που κάποιοι πιστεύουν ότι αποκτούν υλική υπόσταση) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υλοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος υλοποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυλοποιούμαιυλοποιείσαιυλοποιείταιυλοποιούμαστευλοποιείστευλοποιούνται
Παρατατικόςυλοποιούμουνυλοποιούσουνυλοποιούντανυλοποιούμασταν / υλοποιούμαστευλοποιούσασταν / υλοποιούσαστευλοποιούνταν
Αόριστοςυλοποιήθηκαυλοποιήθηκεςυλοποιήθηκευλοποιηθήκαμευλοποιηθήκατευλοποιήθηκαν / υλοποιηθήκαν / υλοποιηθήκανε
Μέλλονταςθα υλοποιηθώ / θα υλοποιούμαιθα υλοποιείσαι / θα υλοποιηθείςθα υλοποιείται / θα υλοποιηθείθα υλοποιηθούμε / θα υλοποιούμαστεθα υλοποιείστε / θα υλοποιηθείτεθα υλοποιηθούν / θα υλοποιηθούνε / θα υλοποιούνται
Παρακείμενοςέχω υλοποιηθείέχεις υλοποιηθείέχει υλοποιηθείέχουμε υλοποιηθείέχετε υλοποιηθείέχουν υλοποιηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα υλοποιηθείείχες υλοποιηθείείχε υλοποιηθείείχαμε υλοποιηθείείχατε υλοποιηθείείχαν υλοποιηθεί
Υποτακτικήνα έχω υλοποιηθεί / να υλοποιηθώ / να υλοποιούμαινα έχεις υλοποιηθεί / να υλοποιείσαι / να υλοποιηθείςνα έχει υλοποιηθεί / να υλοποιείται / να υλοποιηθείνα έχουμε υλοποιηθεί / να υλοποιηθούμε / να υλοποιούμαστενα έχετε υλοποιηθεί / να υλοποιείστε / να υλοποιηθείτενα έχουν υλοποιηθεί / να υλοποιηθούν / να υλοποιηθούνε / να υλοποιούνται
Προστακτική—υλοποιήσου——υλοποιείστε / υλοποιηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →