υλοποίηση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του υλοποιώ, η διαδικασία κατά την οποία ένα σχέδιο ή μια ιδέα μετατρέπεται σε πράξη ή σε υλική πραγματικότητα, "παίρνει σάρκα και οστά", καθώς και το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας Βικιλεξικό
- Τα σχέδια είναι έτοιμα, αλλά θα χρειαστούν χρήματα για την υλοποίησή τους.
Ετυμολογία
υλοποίηση < υλοποιώ + -ση < ύλη + -ο- + -ποιώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υλοποίηση | υλοποιήσεις |
| Γενική | υλοποίησης | υλοποιήσεων |
| Αιτιατική | υλοποίηση | υλοποιήσεις |
| Κλητική | υλοποίηση | υλοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →