Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υμνολογία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η μελέτη των ύμνων της εκκλησίας Βικιλεξικό
  2. αναφορά, συλλογικά, σε/στους ύμνους της εκκλησίας Βικιλεξικό
    • ..του Ευαγγελίου και των Πράξεων, βασίζεται στην παράδοση, που αποτυπώθηκε στην υμνολογία (στιχηρά του Εσπερινού) και στο Συναξάριο της Αναλήψεως, όπως επίσης και στον Βίο της Παναγίας του ιερομονάχου Επιφανίου. (Εικόνες της Κρητικής τέχνης από τον Χάνδακα ως την Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, επιμ. Μανόλης Μπουρμπουδάκης, 2004, σελ. 367)
  3. οικείούμνος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υμνολογία < ελληνιστική κοινή ὑμνολογία < αρχαία ελληνική ὕμνος + λέγω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυμνολογίαυμνολογίες
Γενικήυμνολογίαςυμνολογιών
Αιτιατικήυμνολογίαυμνολογίες
Κλητικήυμνολογίαυμνολογίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →