Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υμνολογώ

/i.mno.loˈɣo/ρήμα
•
  1. άδω ύμνους Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηεπαινώ, εξυμνώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υμνολογώ < ελληνιστική κοινή ὑμνολογέω / ὑμνολογῶ < αρχαία ελληνική ὕμνος + λέγω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυμνολογώυμνολογείςυμνολογείυμνολογούμευμνολογείτευμνολογούν / υμνολογούνε
Παρατατικόςυμνολογούσαυμνολογούσεςυμνολογούσευμνολογούσαμευμνολογούσατευμνολογούσαν / υμνολογούσανε
Αόριστοςυμνολόγησαυμνολόγησεςυμνολόγησευμνολογήσαμευμνολογήσατευμνολογήσαν / υμνολογήσανε / υμνολόγησαν
Μέλλονταςθα υμνολογήσω / θα υμνολογώθα υμνολογήσεις / θα υμνολογείςθα υμνολογήσει / θα υμνολογείθα υμνολογήσουμε / θα υμνολογούμεθα υμνολογήσετε / θα υμνολογείτεθα υμνολογήσουν / θα υμνολογήσουνε / θα υμνολογούν / θα υμνολογούνε
Παρακείμενοςέχω υμνολογήσειέχεις υμνολογήσειέχει υμνολογήσειέχουμε υμνολογήσειέχετε υμνολογήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα υμνολογήσειείχες υμνολογήσειείχε υμνολογήσειείχαμε υμνολογήσει——
Υποτακτικήνα έχω υμνολογήσει / να υμνολογήσω / να υμνολογώνα έχεις υμνολογήσει / να υμνολογήσεις / να υμνολογείςνα έχει υμνολογήσει / να υμνολογήσει / να υμνολογείνα έχουμε υμνολογήσει / να υμνολογήσουμε / να υμνολογούμενα έχετε υμνολογήσει / να υμνολογήσετε / να υμνολογείτενα υμνολογήσουν / να υμνολογήσουνε / να υμνολογούν / να υμνολογούνε
Προστακτική—υμνολόγει / υμνολόγησε——υμνολογήστε / υμνολογείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →