υμνολογικός
•
- σχετικός με την υμνολογία ή τον υμνολόγο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υμνολογικός < υμνολογία / υμνολόγος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υμνολογικός | υμνολογική | υμνολογικό |
| Γενική | υμνολογικού | υμνολογικής | υμνολογικού |
| Αιτιατική | υμνολογικό | υμνολογική | υμνολογικό |
| Κλητική | υμνολογικέ | υμνολογική | υμνολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υμνολογικοί | υμνολογικές | υμνολογικά |
| Γενική | υμνολογικών | υμνολογικών | υμνολογικών |
| Αιτιατική | υμνολογικούς | υμνολογικές | υμνολογικά |
| Κλητική | υμνολογικοί | υμνολογικές | υμνολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →