υοειδής
•
- ανατομίαπου έχει το σχήμα του γράμματος Υ Βικιλεξικό
- μηχανικήπου έχει το σχήμα του γράμματος Υ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υοειδής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑοειδής. Συγχρονικά αναλύεται σε Υ (το γράμμα ύψιλον) + -ο- + -ειδής.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υοειδής | υοειδής | υοειδές |
| Γενική | υοειδούς | υοειδούς | υοειδούς |
| Αιτιατική | υοειδή | υοειδή | υοειδές |
| Κλητική | υοειδή / υοειδής | υοειδής | υοειδές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υοειδείς | υοειδείς | υοειδή |
| Γενική | υοειδών | υοειδών | υοειδών |
| Αιτιατική | υοειδείς | υοειδείς | υοειδή |
| Κλητική | υοειδείς | υοειδείς | υοειδή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →