υπέρλογος
•
- που υπερβαίνει τα όρια της λογικής Βικιλεξικό
- ο υπέρλογος χαρακτήρας της μεταφυσικής
- ουσιαστικοποιημένοτο υπέρλογο: Βικιλεξικό
- η περιοχή του υπέρλογου
Ετυμολογία
υπέρλογος < υπέρ- + -λογος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπέρλογος | υπέρλογη | υπέρλογο |
| Γενική | υπέρλογου | υπέρλογης | υπέρλογου |
| Αιτιατική | υπέρλογο | υπέρλογη | υπέρλογο |
| Κλητική | υπέρλογε | υπέρλογη | υπέρλογο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπέρλογοι | υπέρλογες | υπέρλογα |
| Γενική | υπέρλογων | υπέρλογων | υπέρλογων |
| Αιτιατική | υπέρλογους | υπέρλογες | υπέρλογα |
| Κλητική | υπέρλογοι | υπέρλογες | υπέρλογα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →