υπέχω
•
- λόγιοέχω, λαμβάνω μια θέση, μια ιδιότητα έναντι κάποιου Βικιλεξικό
- υπέχω μιά υποχρέωση απέναντι σε κάποιον
- υπέχει στρατιωτικής υποχρέωσης (οφείλει να υπηρετήσει τη θητεία του)
- Η κυβέρνηση υπέχει κοινοβουλευτικής ευθύνης.
Ετυμολογία
υπέχω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑπέχω (τοποθετώ από κάτω), στη φράση ὑπέχω εὐθύνας. Συγχρονικά αναλύεται σε υπ- + έχω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπέχω | υπέχεις | υπέχει | υπέχουμε | υπέχετε | υπέχουν / υπέχουνε |
| Παρατατικός | υπείχα | υπείχες | υπείχε | υπείχαμε | υπείχατε | υπείχαν / υπείχανε |
| Μέλλοντας | θα υπέχω | θα υπέχεις | θα υπέχει | θα υπέχουμε | θα υπέχετε | θα υπέχουν / θα υπέχουνε |
| Υποτακτική | να υπέχω | να υπέχεις | να υπέχει | να υπέχουμε | να υπέχετε | να υπέχουν / να υπέχουνε |
| Προστακτική | — | ύπεχε | — | — | υπέχετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →