Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπαγωγή

/i.pa.ɣoˈʝi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπάγω: η ένταξη κάποιου πράγματος σε μια σειρά (ιεραρχικά δομημένη) ή η κατάταξή του σε ευρύτερο πλαίσιο ή σύνολο Βικιλεξικό
    • H διαδικασία αφορά την υπαγωγή μη ενωσιακών εμπορευμάτων σε καθεστώς Τελωνειακής Αποταμίευσης από τη στιγμή της υποβολής της διασάφησης έως την απελευθέρωση και τη μεταφορά των εμπορευμάτων στην αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης. (Υπαγωγή εμπορευμάτων σε καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης, 09/04/2025 https://mitos.gov.gr/index.php/%CE%94%CE%94:%CE%A5%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE_%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD_%CF%83%CE%B5_%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CF%83%CF%84%CF%8E%CF%82_%CF%84%CE%B5%CE%BB%CF%89%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7%CF%82)

Ετυμολογία

υπαγωγή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑπαγωγή (βαθμιαία οδήγηση) < ὑπάγω. Συγχρονικά αναλύεται σε υπ- + αγωγή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπαγωγήυπαγωγές
Γενικήυπαγωγήςυπαγωγών
Αιτιατικήυπαγωγήυπαγωγές
Κλητικήυπαγωγήυπαγωγές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →