υπάγω
•
- θέτω κάτι κάτω από μια γενικότερη κατηγορία, κατατάσσω σε κατηγορία όπως ιεραρχική βαθμίδα, ταξινομική, διοικητική Βικιλεξικό
- Ο διευθυντής το υπήγαγε αυτό στον τομέα ασφαλιστηρίων (το ενέταξε κάτω από...)
- Αυτό υπάγεται στην διεύθυνση ασφαλιστηρίων
- Υπάγεται στα θηλαστικά, στα μονοκοτυλήδονα κ.λπ.
- παρωχημένοπάω Βικιλεξικό
- παιδικό τραγούδι @snhell Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού
- Δεν περνάς κυρά Μαρία. Δεν περνάς δεν περνάς Δεν περνάς κυρά Μαρία. Δεν περνάς περνάς. Θα υπάγω εις τους κήπους, δεν περνώ, δεν περνώ θα υπάγω εις τους κήπους, δεν περνώ, περνώ.
Ετυμολογία
υπάγω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑπάγω < ὑπό + ἄγω
Άλλοι τύποι
υπάγομαιυπήγαυπήγαγαυπήχθη3oυπαγάγωυπηγμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →