υπανάπτυξη
•
- ελλιπής ανάπτυξη, καθυστέρηση στην πρόοδο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηανωριμότητα Βικιλεξικό
- η ιδιότητα των λεγόμενων χωρών του Τρίτου Κόσμου να παρουσιάζουν καθυστέρηση στην ανάπτυξη της παραγωγικής διαδικασίας και άλλων οικονομικών παραγόντων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπανάπτυξη < υπό + ανάπτυξη ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική underdevelopment)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπανάπτυξη | υπαναπτύξεις |
| Γενική | υπανάπτυξης | υπαναπτύξεων |
| Αιτιατική | υπανάπτυξη | υπαναπτύξεις |
| Κλητική | υπανάπτυξη | υπαναπτύξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →