Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπανάπτυξη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ελλιπής ανάπτυξη, καθυστέρηση στην πρόοδο Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηανωριμότητα Βικιλεξικό
  3. η ιδιότητα των λεγόμενων χωρών του Τρίτου Κόσμου να παρουσιάζουν καθυστέρηση στην ανάπτυξη της παραγωγικής διαδικασίας και άλλων οικονομικών παραγόντων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπανάπτυξη < υπό + ανάπτυξη ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική underdevelopment)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπανάπτυξηυπαναπτύξεις
Γενικήυπανάπτυξηςυπαναπτύξεων
Αιτιατικήυπανάπτυξηυπαναπτύξεις
Κλητικήυπανάπτυξηυπαναπτύξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →