υπανάπτυκτος
•
- που έχει ελλιπή ανάπτυξη κι εξέλιξη Βικιλεξικό
- υπανάπτυκτη βλάστηση / χώρα / περιοχή
- μεταφορικάπου έχει μειωμένη μόρφωση ή αγωγή, απολίτιστος Βικιλεξικό
- βιολογίαπου δεν έχει αναπτυχθεί επαρκώς (για σωματικά όργανα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπανάπτυκτος < υπο- + αναπτύσσω + -τος (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική underdeveloped )
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπανάπτυκτος | υπανάπτυκτη | υπανάπτυκτο |
| Γενική | υπανάπτυκτου | υπανάπτυκτης | υπανάπτυκτου |
| Αιτιατική | υπανάπτυκτο | υπανάπτυκτη | υπανάπτυκτο |
| Κλητική | υπανάπτυκτε | υπανάπτυκτη | υπανάπτυκτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπανάπτυκτοι | υπανάπτυκτες | υπανάπτυκτα |
| Γενική | υπανάπτυκτων | υπανάπτυκτων | υπανάπτυκτων |
| Αιτιατική | υπανάπτυκτους | υπανάπτυκτες | υπανάπτυκτα |
| Κλητική | υπανάπτυκτοι | υπανάπτυκτες | υπανάπτυκτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →