Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπανάπτυκτος

/i.paˈna.pti.ktos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει ελλιπή ανάπτυξη κι εξέλιξη Βικιλεξικό
    • υπανάπτυκτη βλάστηση / χώρα / περιοχή
  2. μεταφορικάπου έχει μειωμένη μόρφωση ή αγωγή, απολίτιστος Βικιλεξικό
  3. βιολογίαπου δεν έχει αναπτυχθεί επαρκώς (για σωματικά όργανα) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπανάπτυκτος < υπο- + αναπτύσσω + -τος (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική underdeveloped )

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπανάπτυκτοςυπανάπτυκτηυπανάπτυκτο
Γενικήυπανάπτυκτουυπανάπτυκτηςυπανάπτυκτου
Αιτιατικήυπανάπτυκτουπανάπτυκτηυπανάπτυκτο
Κλητικήυπανάπτυκτευπανάπτυκτηυπανάπτυκτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπανάπτυκτοιυπανάπτυκτεςυπανάπτυκτα
Γενικήυπανάπτυκτωνυπανάπτυκτωνυπανάπτυκτων
Αιτιατικήυπανάπτυκτουςυπανάπτυκτεςυπανάπτυκτα
Κλητικήυπανάπτυκτοιυπανάπτυκτεςυπανάπτυκτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →