υπαρξιακός
•
- που έχει σχέση με την ύπαρξη (από οντολογικής πλευράς), αναφέρεται σ’ αυτή ή ανήκει σ’ αυτή Βικιλεξικό
- Μέσα στο κλίμα της ρομαντικής μελαγχολίας, ο ήρωας, ο βυρωνικός, ο στοχαστής, ο ποιητής δεν είχε άλλο τρόπο να αποδείξει το υπαρξιακό βάθος και την αγωνία του, την αισθητική και την ευαισθησία του, παρά μόνο με την «αριστοκρατική» μελαγχολία, την απόσταση από τα εγκόσμια, τη ρομαντική ανία (Μίμης Ανδρουλάκης, Μν, γυναικείο αντιμυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2000, σελ. 160)
Ετυμολογία
υπαρξιακός < ύπαρξη + -ακός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική existentiel)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπαρξιακός | υπαρξιακή | υπαρξιακό |
| Γενική | υπαρξιακού | υπαρξιακής | υπαρξιακού |
| Αιτιατική | υπαρξιακό | υπαρξιακή | υπαρξιακό |
| Κλητική | υπαρξιακέ | υπαρξιακή | υπαρξιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπαρξιακοί | υπαρξιακές | υπαρξιακά |
| Γενική | υπαρξιακών | υπαρξιακών | υπαρξιακών |
| Αιτιατική | υπαρξιακούς | υπαρξιακές | υπαρξιακά |
| Κλητική | υπαρξιακοί | υπαρξιακές | υπαρξιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →