υπαρξιστικός
•
- που έχει σχέση με τον υπαρξισμό ή τον υπαρξιστή, αναφέρεται σ’ αυτόν ή ανήκει σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπαρξιστικός < υπαρξιστής + -ικός < ύπαρξη < αρχαία ελληνική ὕπαρξις < ὑπάρχω < ὑπό + ἄρχω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂érgʰ- (ἄρχω)(μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική existentialiste)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπαρξιστικός | υπαρξιστική | υπαρξιστικό |
| Γενική | υπαρξιστικού | υπαρξιστικής | υπαρξιστικού |
| Αιτιατική | υπαρξιστικό | υπαρξιστική | υπαρξιστικό |
| Κλητική | υπαρξιστικέ | υπαρξιστική | υπαρξιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπαρξιστικοί | υπαρξιστικές | υπαρξιστικά |
| Γενική | υπαρξιστικών | υπαρξιστικών | υπαρξιστικών |
| Αιτιατική | υπαρξιστικούς | υπαρξιστικές | υπαρξιστικά |
| Κλητική | υπαρξιστικοί | υπαρξιστικές | υπαρξιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →