υπεκμισθώνω
•
- νομικός όροςεκμισθώνω σε κάποιον άλλον κάτι που έχω ως ενοικιαστής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπεκμισθώνω < υπ- (υπό) + εκμισθώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπεκμισθώνω | υπεκμισθώνεις | υπεκμισθώνει | υπεκμισθώνουμε | υπεκμισθώνετε | υπεκμισθώνουν / υπεκμισθώνουνε |
| Παρατατικός | υπεκμίσθωνα | υπεκμίσθωνες | υπεκμίσθωνε | υπεκμισθώναμε | υπεκμισθώνατε | υπεκμίσθωναν / υπεκμισθώναν / υπεκμισθώνανε |
| Αόριστος | υπεκμίσθωσα | υπεκμίσθωσες | υπεκμίσθωσε | υπεκμισθώσαμε | υπεκμισθώσατε | υπεκμίσθωσαν / υπεκμισθώσαν / υπεκμισθώσανε |
| Μέλλοντας | θα υπεκμισθώνω / θα υπεκμισθώσω | θα υπεκμισθώνεις / θα υπεκμισθώσεις | θα υπεκμισθώνει / θα υπεκμισθώσει | θα υπεκμισθώνουμε / θα υπεκμισθώσουμε | θα υπεκμισθώνετε / θα υπεκμισθώσετε | θα υπεκμισθώνουν / θα υπεκμισθώνουνε / θα υπεκμισθώσουν / θα υπεκμισθώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υπεκμισθώσει | έχεις υπεκμισθώσει | έχει υπεκμισθώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπεκμισθώσει | είχες υπεκμισθώσει | είχε υπεκμισθώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπεκμισθώσει / να υπεκμισθώνω / να υπεκμισθώσω | να έχεις υπεκμισθώσει / να υπεκμισθώνεις / να υπεκμισθώσεις | να έχει υπεκμισθώσει / να υπεκμισθώνει / να υπεκμισθώσει | να υπεκμισθώνουμε / να υπεκμισθώσουμε | να υπεκμισθώνετε / να υπεκμισθώσετε | να υπεκμισθώνουν / να υπεκμισθώνουνε / να υπεκμισθώσουν / να υπεκμισθώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε υπεκμισθωμένο / υπεκμίσθωνε / υπεκμίσθωσε | — | — | υπεκμισθώνετε / υπεκμισθώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
υπεκμισθώθηκαυπεκμισθώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →