υπεραπασχόληση
•
- η απασχόληση εργαζομένων πέρα από το απαραίτητο ή το κανονικό όριο, είτε λόγω υπεράριθμου προσωπικού είτε λόγω αυξημένης ζήτησης εργασίας Βικιλεξικό
- η υπερβολική ενασχόληση με ένα έργο ή δραστηριότητα, συχνά με αρνητικές συνέπειες, όπως κόπωση ή μείωση της αποδοτικότητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπεραπασχόληση < υπερ- + απασχόληση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική overemployment)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπεραπασχόληση | υπεραπασχολήσεις |
| Γενική | υπεραπασχόλησης | υπεραπασχολήσεων |
| Αιτιατική | υπεραπασχόληση | υπεραπασχολήσεις |
| Κλητική | υπεραπασχόληση | υπεραπασχολήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →