υποαπασχόληση
•
- περιορισμένη απασχόληση ατόμου με λίγες ώρες εργασίας Βικιλεξικό
- Φοβάμαι όμως ότι η ανία της υποαπασχολήσεως δεν ήταν το μοναδικό ελατήριο της πνευματικής του δραστηριότητας. (Μ. Καραγάτσης, Ο κίτρινος φάκελος)
- οικονομίαπεριορισμένη προσφορά εργασίας είτε ως προς τις ώρες εργασίας, είτε ως προς τον αριθμό θέσεων εργασίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποαπασχόληση < υπο- + απασχόληση, απασχόλη(σις) + -ση < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική underemployment
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υποαπασχόληση | υποαπασχολήσεις |
| Γενική | υποαπασχόλησης | υποαπασχολήσεων |
| Αιτιατική | υποαπασχόληση | υποαπασχολήσεις |
| Κλητική | υποαπασχόληση | υποαπασχολήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →