Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποαπασχόληση

/i.po.a.paˈsxo.li.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. περιορισμένη απασχόληση ατόμου με λίγες ώρες εργασίας Βικιλεξικό
    • Φοβάμαι όμως ότι η ανία της υποαπασχολήσεως δεν ήταν το μοναδικό ελατήριο της πνευματικής του δραστηριότητας. (Μ. Καραγάτσης, Ο κίτρινος φάκελος)
  2. οικονομίαπεριορισμένη προσφορά εργασίας είτε ως προς τις ώρες εργασίας, είτε ως προς τον αριθμό θέσεων εργασίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποαπασχόληση < υπο- + απασχόληση, απασχόλη(σις) + -ση < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική underemployment

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυποαπασχόλησηυποαπασχολήσεις
Γενικήυποαπασχόλησηςυποαπασχολήσεων
Αιτιατικήυποαπασχόλησηυποαπασχολήσεις
Κλητικήυποαπασχόλησηυποαπασχολήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →