υπερβαίνω
•
- πετυχαίνω το κάτι παραπάνω, ξεπερνώ, υπερνικώ, υπερβάλλω Βικιλεξικό
- Η Μάγδα παραγνωρίζει τη λογική, την υπερβαίνει, είναι αιθεροβάμων. Υποστηρίζει αυτό που είναι ακατόρθωτο, το ανέφικτο. (Παναγιώτης Τέτσης, Φαρμακείον Ευάγγελου Ραφαλιά, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- Η Συνθήκη του Μάαστριχτ ορίζει ότι το έλλειμμα δεν πρέπει να υπερβαίνει το 3% και το χρέος το 60% του ΑΕΠ (Ήρα Έμκε-Πουλοπούλου, Το κόστος της κρίσης και η άδικη κατανομή του στην Ελλάδα 2009-2014, εκδ. Βογιατζή, 2015, σελ. 65)
Ετυμολογία
υπερβαίνω < υπέρ + βαίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπερβαίνω | υπερβαίνεις | υπερβαίνει | υπερβαίνουμε | υπερβαίνετε | υπερβαίνουν / υπερβαίνουνε |
| Παρατατικός | υπερέβαινα | υπερέβαινες | υπερέβαινε | υπερβαίναμε | υπερβαίνατε | υπερέβαιναν / υπερβαίναν / υπερβαίνανε |
| Αόριστος | υπερέβην | υπερέβης | υπερέβη | υπερβήκαμε | υπερβήκατε | υπερέβησαν |
| Μέλλοντας | θα υπερβαίνω / θα υπερβώ | θα υπερβαίνεις / θα υπερβείς | θα υπερβαίνει / θα υπερβεί | θα υπερβαίνουμε / θα υπερβούμε | θα υπερβαίνετε / θα υπερβείτε | θα υπερβαίνουν / θα υπερβαίνουνε / θα υπερβούν |
| Παρακείμενος | έχω υπερβεί | έχεις υπερβεί | έχει υπερβεί | έχουμε υπερβεί | έχετε υπερβεί | έχουν υπερβεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπερβεί | είχες υπερβεί | είχε υπερβεί | είχαμε υπερβεί | είχατε υπερβεί | είχαν υπερβεί |
| Υποτακτική | να έχω υπερβεί / να υπερβαίνω / να υπερβώ | να έχεις υπερβεί / να υπερβαίνεις / να υπερβείς | να έχει υπερβεί / να υπερβαίνει / να υπερβεί | να έχουμε υπερβεί / να υπερβαίνουμε / να υπερβούμε | να έχετε υπερβεί / να υπερβαίνετε / να υπερβείτε | να έχουν υπερβεί / να υπερβαίνουν / να υπερβαίνουνε / να υπερβούν |
| Προστακτική | — | υπερέβαινε | — | — | υπερβαίνετε / υπερβείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →