Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερδισύλλαβος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γραμματικήπου έχει περισσότερες από δύο συλλαβές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερδισύλλαβος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑπερδισύλλαβος. Συγχρονικά αναλύεται σε υπερ- + δισύλλαβος (δι- + -σύλλαβος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερδισύλλαβοςυπερδισύλλαβηυπερδισύλλαβο
Γενικήυπερδισύλλαβουυπερδισύλλαβηςυπερδισύλλαβου
Αιτιατικήυπερδισύλλαβουπερδισύλλαβηυπερδισύλλαβο
Κλητικήυπερδισύλλαβευπερδισύλλαβηυπερδισύλλαβο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερδισύλλαβοιυπερδισύλλαβεςυπερδισύλλαβα
Γενικήυπερδισύλλαβωνυπερδισύλλαβωνυπερδισύλλαβων
Αιτιατικήυπερδισύλλαβουςυπερδισύλλαβεςυπερδισύλλαβα
Κλητικήυπερδισύλλαβοιυπερδισύλλαβεςυπερδισύλλαβα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →