υπερεθνικός
•
- που υπερβαίνει τα όρια ενός έθνους κράτους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερεθνικός < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική supranational. Μορφολογικά αναλύεται σε υπερ- + εθνικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερεθνικός | υπερεθνική | υπερεθνικό |
| Γενική | υπερεθνικού | υπερεθνικής | υπερεθνικού |
| Αιτιατική | υπερεθνικό | υπερεθνική | υπερεθνικό |
| Κλητική | υπερεθνικέ | υπερεθνική | υπερεθνικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερεθνικοί | υπερεθνικές | υπερεθνικά |
| Γενική | υπερεθνικών | υπερεθνικών | υπερεθνικών |
| Αιτιατική | υπερεθνικούς | υπερεθνικές | υπερεθνικά |
| Κλητική | υπερεθνικοί | υπερεθνικές | υπερεθνικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →