Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερεθνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που υπερβαίνει τα όρια ενός έθνους κράτους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερεθνικός < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική supranational. Μορφολογικά αναλύεται σε υπερ- + εθνικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερεθνικόςυπερεθνικήυπερεθνικό
Γενικήυπερεθνικούυπερεθνικήςυπερεθνικού
Αιτιατικήυπερεθνικόυπερεθνικήυπερεθνικό
Κλητικήυπερεθνικέυπερεθνικήυπερεθνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερεθνικοίυπερεθνικέςυπερεθνικά
Γενικήυπερεθνικώνυπερεθνικώνυπερεθνικών
Αιτιατικήυπερεθνικούςυπερεθνικέςυπερεθνικά
Κλητικήυπερεθνικοίυπερεθνικέςυπερεθνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →