διεθνής
•
- γενικότερααθλητής ή παίκτης που συμμετείχε σε εθνική ομάδα Βικιλεξικό
- η διεθνής μας κέρδισε χρυσό μετάλλιο στο αγώνισμά της
- ειδικότερατίτλος παίκτη που έχει κερδίσει σε διεθνείς αγώνες και έχει συγκεντρώσει κάποια συγκεκριμένη ελάχιστη βαθμολογία Βικιλεξικό
- άλλη γραφή του Διεθνής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διεθνής < (διά) δι- + έθν(ος) + -ής κατά το αλλοεθνής, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική international
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διεθνής / διεθνής / διεθνής / διεθνές | διεθνείς / διεθνείς / διεθνείς / διεθνή |
| Γενική | διεθνή / διεθνούς / διεθνούς / διεθνούς / διεθνούς | διεθνών / διεθνών / διεθνών / διεθνών |
| Αιτιατική | διεθνή / διεθνή / διεθνή / διεθνές | διεθνείς / διεθνείς / διεθνείς / διεθνή |
| Κλητική | διεθνή / διεθνής / διεθνή / διεθνής / διεθνές | διεθνείς / διεθνείς / διεθνείς / διεθνή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →