Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διεθνής

/ði̯eˈθnis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γενικότερααθλητής ή παίκτης που συμμετείχε σε εθνική ομάδα Βικιλεξικό
    • η διεθνής μας κέρδισε χρυσό μετάλλιο στο αγώνισμά της
  2. ειδικότερατίτλος παίκτη που έχει κερδίσει σε διεθνείς αγώνες και έχει συγκεντρώσει κάποια συγκεκριμένη ελάχιστη βαθμολογία Βικιλεξικό
  3. άλλη γραφή του Διεθνής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διεθνής < (διά) δι- + έθν(ος) + -ής κατά το αλλοεθνής, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική international

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιεθνής / διεθνής / διεθνής / διεθνέςδιεθνείς / διεθνείς / διεθνείς / διεθνή
Γενικήδιεθνή / διεθνούς / διεθνούς / διεθνούς / διεθνούςδιεθνών / διεθνών / διεθνών / διεθνών
Αιτιατικήδιεθνή / διεθνή / διεθνή / διεθνέςδιεθνείς / διεθνείς / διεθνείς / διεθνή
Κλητικήδιεθνή / διεθνής / διεθνή / διεθνής / διεθνέςδιεθνείς / διεθνείς / διεθνείς / διεθνή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

Διεθνής

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πολιτικήκάθε μία από τις τέσσερεις διεθνείς ενώσεις κομμουνιστικών ή σοσιαλιστικών εθνικών κομμάτων Βικιλεξικό
    • η Τρίτη Διεθνής ιδρύθηκε από το Λένιν
  2. παγκόσμιος ύμνος των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κινημάτων και κομμάτων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Διεθνής < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου διεθνής, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική International

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

διεθνής

/ði̯eˈθnis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που περιλαμβάνει τη συμμετοχή πολλών εθνών ή αφορά πολλά ή όλα τα έθνη Βικιλεξικό
    • Η διεθνής και εγχώρια ταχυδιακίνηση και ταχυδιανομή εγγράφων ή μικροδεμάτων και μικροαντικειμένων με κάθε μέσο (Courrier) (από περιγραφή σκοπού εταιρείας από τον Επιχειρηματικό Οδηγό ΕΒΕΑ, ανάκτηση 23/12/2025)

Ετυμολογία

διεθνής < (διά) δι- + έθν(ος) + -ής κατά το αλλοεθνής, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική international

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιεθνήςδιεθνήςδιεθνές
Γενικήδιεθνούςδιεθνούςδιεθνούς
Αιτιατικήδιεθνήδιεθνήδιεθνές
Κλητικήδιεθνή / διεθνήςδιεθνήςδιεθνές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιεθνείςδιεθνείςδιεθνή
Γενικήδιεθνώνδιεθνώνδιεθνών
Αιτιατικήδιεθνείςδιεθνείςδιεθνή
Κλητικήδιεθνείςδιεθνείςδιεθνή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →