υπερθέαμα
•
- εντυπωσιακό θέαμα (στον κινηματογράφο, στο θέατρο κ.λπ.), πλούσια παραγωγή με χορευτικά, μουσική κ.ά. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερθέαμα < υπερ- + θέαμα < αρχαία ελληνική θέαμα < θεάομαι / θεῶμαι ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική superspectacle)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερθέαμα | υπερθεάματα |
| Γενική | υπερθεάματος | υπερθεαμάτων |
| Αιτιατική | υπερθέαμα | υπερθεάματα |
| Κλητική | υπερθέαμα | υπερθεάματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →