υπερθεματίζω
•
- κάνω την πιο υψηλή προσφορά σε πλειστηριασμό Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυμφωνώ / διαφωνώ με κάτι, ξεπερνώντας τους άλλους σε θετικές / αρνητικές κρίσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερθεματίζω < ελληνιστική κοινή ὑπερθεματίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπερθεματίζω | υπερθεματίζεις | υπερθεματίζει | υπερθεματίζουμε | υπερθεματίζετε | υπερθεματίζουν / υπερθεματίζουνε |
| Παρατατικός | υπερθεμάτιζα | υπερθεμάτιζες | υπερθεμάτιζε | υπερθεματίζαμε | υπερθεματίζατε | υπερθεμάτιζαν / υπερθεματίζαν / υπερθεματίζανε |
| Αόριστος | υπερθεμάτισα | υπερθεμάτισες | υπερθεμάτισε | υπερθεματίσαμε | υπερθεματίσατε | υπερθεμάτισαν / υπερθεματίσαν / υπερθεματίσανε |
| Μέλλοντας | θα υπερθεματίζω / θα υπερθεματίσω | θα υπερθεματίζεις / θα υπερθεματίσεις | θα υπερθεματίζει / θα υπερθεματίσει | θα υπερθεματίζουμε / θα υπερθεματίσουμε | θα υπερθεματίζετε / θα υπερθεματίσετε | θα υπερθεματίζουν / θα υπερθεματίζουνε / θα υπερθεματίσουν / θα υπερθεματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υπερθεματίσει | έχεις υπερθεματίσει | έχει υπερθεματίσει | έχουμε υπερθεματίσει | έχετε υπερθεματίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπερθεματίσει | είχες υπερθεματίσει | είχε υπερθεματίσει | είχαμε υπερθεματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπερθεματίσει / να υπερθεματίζω / να υπερθεματίσω | να έχεις υπερθεματίσει / να υπερθεματίζεις / να υπερθεματίσεις | να έχει υπερθεματίσει / να υπερθεματίζει / να υπερθεματίσει | να έχουμε υπερθεματίσει / να υπερθεματίζουμε / να υπερθεματίσουμε | να έχετε υπερθεματίσει / να υπερθεματίζετε / να υπερθεματίσετε | να υπερθεματίζουν / να υπερθεματίζουνε / να υπερθεματίσουν / να υπερθεματίσουνε |
| Προστακτική | — | υπερθεμάτιζε / υπερθεμάτισε | — | — | υπερθεματίζετε / υπερθεματίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →