Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερθεματίζω

/i.peɾ.θe.maˈti.zo/ρήμα
•
  1. κάνω την πιο υψηλή προσφορά σε πλειστηριασμό Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάσυμφωνώ / διαφωνώ με κάτι, ξεπερνώντας τους άλλους σε θετικές / αρνητικές κρίσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερθεματίζω < ελληνιστική κοινή ὑπερθεματίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυπερθεματίζωυπερθεματίζειςυπερθεματίζειυπερθεματίζουμευπερθεματίζετευπερθεματίζουν / υπερθεματίζουνε
Παρατατικόςυπερθεμάτιζαυπερθεμάτιζεςυπερθεμάτιζευπερθεματίζαμευπερθεματίζατευπερθεμάτιζαν / υπερθεματίζαν / υπερθεματίζανε
Αόριστοςυπερθεμάτισαυπερθεμάτισεςυπερθεμάτισευπερθεματίσαμευπερθεματίσατευπερθεμάτισαν / υπερθεματίσαν / υπερθεματίσανε
Μέλλονταςθα υπερθεματίζω / θα υπερθεματίσωθα υπερθεματίζεις / θα υπερθεματίσειςθα υπερθεματίζει / θα υπερθεματίσειθα υπερθεματίζουμε / θα υπερθεματίσουμεθα υπερθεματίζετε / θα υπερθεματίσετεθα υπερθεματίζουν / θα υπερθεματίζουνε / θα υπερθεματίσουν / θα υπερθεματίσουνε
Παρακείμενοςέχω υπερθεματίσειέχεις υπερθεματίσειέχει υπερθεματίσειέχουμε υπερθεματίσειέχετε υπερθεματίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα υπερθεματίσειείχες υπερθεματίσειείχε υπερθεματίσειείχαμε υπερθεματίσει——
Υποτακτικήνα έχω υπερθεματίσει / να υπερθεματίζω / να υπερθεματίσωνα έχεις υπερθεματίσει / να υπερθεματίζεις / να υπερθεματίσειςνα έχει υπερθεματίσει / να υπερθεματίζει / να υπερθεματίσεινα έχουμε υπερθεματίσει / να υπερθεματίζουμε / να υπερθεματίσουμενα έχετε υπερθεματίσει / να υπερθεματίζετε / να υπερθεματίσετενα υπερθεματίζουν / να υπερθεματίζουνε / να υπερθεματίσουν / να υπερθεματίσουνε
Προστακτική—υπερθεμάτιζε / υπερθεμάτισε——υπερθεματίζετε / υπερθεματίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →