υπερθεματιστής
•
- ο πλειοδότης, αυτός ο οποίος δίνει την πιο υψηλή προσφορά κατά τη διαδικασία ενός δημόσιου πλειστηριασμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερθεματιστής < ελληνιστική κοινή ὑπερθεματιστής < ὑπερθεματίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερθεματιστής | υπερθεματιστές |
| Γενική | υπερθεματιστή | υπερθεματιστών |
| Αιτιατική | υπερθεματιστή | υπερθεματιστές |
| Κλητική | υπερθεματιστή | υπερθεματιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →