Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερθερμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την εφαρμογή υψηλών θερμοκρασιών για θεραπευτικούς σκοπούς ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερθερμικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: hyperthermic < ελληνιστική κοινή ὑπέρθερμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερθερμικόςυπερθερμικήυπερθερμικό
Γενικήυπερθερμικούυπερθερμικήςυπερθερμικού
Αιτιατικήυπερθερμικόυπερθερμικήυπερθερμικό
Κλητικήυπερθερμικέυπερθερμικήυπερθερμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερθερμικοίυπερθερμικέςυπερθερμικά
Γενικήυπερθερμικώνυπερθερμικώνυπερθερμικών
Αιτιατικήυπερθερμικούςυπερθερμικέςυπερθερμικά
Κλητικήυπερθερμικοίυπερθερμικέςυπερθερμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →