Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερκοπωμένος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου έχει υπερκοπιάσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερκοπωμένος < υπερκοπιάζω + -ωμένος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερκοπωμένοςυπερκοπωμένηυπερκοπωμένο
Γενικήυπερκοπωμένουυπερκοπωμένηςυπερκοπωμένου
Αιτιατικήυπερκοπωμένουπερκοπωμένηυπερκοπωμένο
Κλητικήυπερκοπωμένευπερκοπωμένηυπερκοπωμένο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερκοπωμένοιυπερκοπωμένεςυπερκοπωμένα
Γενικήυπερκοπωμένωνυπερκοπωμένωνυπερκοπωμένων
Αιτιατικήυπερκοπωμένουςυπερκοπωμένεςυπερκοπωμένα
Κλητικήυπερκοπωμένοιυπερκοπωμένεςυπερκοπωμένα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →