υπερμετάδοση
•
- ((επιδημιολογία) η ταχύτατη μετάδοση (ασθένειας / πληροφορίας κ.λπ. Βικιλεξικό
- Πρέπει να παρέμβουμε στους χώρους όπου παρατηρείται υπερμετάδοση, στην εστίαση, τη διασκέδαση, τα γήπεδα για να αναχαιτίσουμε τη διασπορά του ιού στον τρόπο και το μέτρο που μπορούμε (εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 28/12/2021, https://www.kathimerini.gr/politics/561648343/oikonomoy-gia-nea-metra-prepei-na-paremvoyme-stoys-choroys-opoy-paratireitai-ypermetadosi/)
- Η εξάρτηση της καθημερινότητας μας από τον τομέα της τεχνολογίας και του διαδικτύου, διευκόλυνε την ταχεία υπερμετάδοση της πληροφορίας (Κασσιανή Κοκτσίδου, Η τρομοκρατία στον κυβερνοχώρο. Μελέτη περίπτωσης ISIS, διπλωματική εργασία, Σχολή Οικονομικών, Επιχειρηματικών και Διεθνών Σπουδών. Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Πειραιώς, 2021 https://web.archive.org/web/20211105182224/https://dione.lib.unipi.gr/xmlui/handle/unipi/13793)
Ετυμολογία
υπερμετάδοση < υπερ- + μετάδοση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερμετάδοση | υπερμεταδόσεις |
| Γενική | υπερμετάδοσης | υπερμεταδόσεων |
| Αιτιατική | υπερμετάδοση | υπερμεταδόσεις |
| Κλητική | υπερμετάδοση | υπερμεταδόσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →