υπερπληρώνω
•
- πληρώνω / γεμίζω σε μεγάλο βαθμό Βικιλεξικό
- μεταφορικάκαλύπτω / πληρώ τις προδιαγραφές σε μεγάλο βαθμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερπληρώνω < αρχαία ελληνική ὑπερπληρόω / ὑπερπληρῶ < ὑπερπλήρης < ὑπέρ + πλήρης
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπερπληρώνω | υπερπληρώνεις | υπερπληρώνει | υπερπληρώνουμε | υπερπληρώνετε | υπερπληρώνουν / υπερπληρώνουνε |
| Παρατατικός | υπερπλήρωνα | υπερπλήρωνες | υπερπλήρωνε | υπερπληρώναμε | υπερπληρώνατε | υπερπλήρωναν / υπερπληρώναν / υπερπληρώνανε |
| Αόριστος | υπερπλήρωσα | υπερπλήρωσες | υπερπλήρωσε | υπερπληρώσαμε | υπερπληρώσατε | υπερπλήρωσαν / υπερπληρώσαν / υπερπληρώσανε |
| Μέλλοντας | θα υπερπληρώνω / θα υπερπληρώσω | θα υπερπληρώνεις / θα υπερπληρώσεις | θα υπερπληρώνει / θα υπερπληρώσει | θα υπερπληρώνουμε / θα υπερπληρώσουμε | θα υπερπληρώνετε / θα υπερπληρώσετε | θα υπερπληρώνουν / θα υπερπληρώνουνε / θα υπερπληρώσουν / θα υπερπληρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υπερπληρώσει | έχεις υπερπληρώσει | έχει υπερπληρώσει | έχουμε υπερπληρώσει | έχετε υπερπληρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπερπληρώσει | είχες υπερπληρώσει | είχε υπερπληρώσει | είχαμε υπερπληρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπερπληρώσει / να υπερπληρώνω / να υπερπληρώσω | να έχεις υπερπληρώσει / να υπερπληρώνεις / να υπερπληρώσεις | να έχει υπερπληρώσει / να υπερπληρώνει / να υπερπληρώσει | να έχουμε υπερπληρώσει / να υπερπληρώνουμε / να υπερπληρώσουμε | να έχετε υπερπληρώσει / να υπερπληρώνετε / να υπερπληρώσετε | να υπερπληρώνουν / να υπερπληρώνουνε / να υπερπληρώσουν / να υπερπληρώσουνε |
| Προστακτική | — | υπερπλήρωνε / υπερπλήρωσε | — | — | υπερπληρώνετε / υπερπληρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →