Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερστροφή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η τάση ενός αυτοκινήτου να στρίβει περισσότερο απ’ όσο του υποδεικνύουμε με την κίνηση του τιμονιού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερστροφή < υπερ- + στροφή ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική oversteer)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπερστροφήυπερστροφές
Γενικήυπερστροφήςυπερστροφών
Αιτιατικήυπερστροφήυπερστροφές
Κλητικήυπερστροφήυπερστροφές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →