υποστροφή
•
- η τάση ενός αυτοκινήτου να στρίβει λιγότερο απ’ όσο του υποδεικνύουμε με την κίνηση του τιμονιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποστροφή < υπο- + στροφή ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική understeer)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υποστροφή | υποστροφές |
| Γενική | υποστροφής | υποστροφών |
| Αιτιατική | υποστροφή | υποστροφές |
| Κλητική | υποστροφή | υποστροφές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →