Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερτασικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που πάσχει από υπέρταση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερτασικός < υπέρτασ(η) + -ικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπερτασική / υπερτασικός / υπερτασικόυπερτασικές / υπερτασικοί / υπερτασικά
Γενικήυπερτασικής / υπερτασικού / υπερτασικούυπερτασικών / υπερτασικών / υπερτασικών
Αιτιατικήυπερτασική / υπερτασικό / υπερτασικόυπερτασικές / υπερτασικούς / υπερτασικά
Κλητικήυπερτασική / υπερτασικέ / υπερτασικόυπερτασικές / υπερτασικοί / υπερτασικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

υπερτασικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την υπέρταση ή που προκαλεί την υπέρταση Βικιλεξικό
  2. που πάσχει από υπέρταση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερτασικός < υπέρτασ(η) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερτασικόςυπερτασικήυπερτασικό
Γενικήυπερτασικούυπερτασικήςυπερτασικού
Αιτιατικήυπερτασικόυπερτασικήυπερτασικό
Κλητικήυπερτασικέυπερτασικήυπερτασικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερτασικοίυπερτασικέςυπερτασικά
Γενικήυπερτασικώνυπερτασικώνυπερτασικών
Αιτιατικήυπερτασικούςυπερτασικέςυπερτασικά
Κλητικήυπερτασικοίυπερτασικέςυπερτασικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →