Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερφαλαγγίζω

/i.peɾ.fa.laŋˈɟi.zo/ρήμα
•
  1. στρατιωτικός όροςκυκλώνω τα αντίπαλα στρατεύματα αναπτύσσοντας τα δικά μου πέρα από τις άκρες των στρατευμάτων των αντιπάλων Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηυπερκεράζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερφαλαγγίζω < αρχαία ελληνική ὑπερφαλαγγέω / ὑπερφαλαγγῶ < ὑπέρ + φάλαγξ

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυπερφαλαγγίζωυπερφαλαγγίζειςυπερφαλαγγίζειυπερφαλαγγίζουμευπερφαλαγγίζετευπερφαλαγγίζουν / υπερφαλαγγίζουνε
Παρατατικόςυπερφαλάγγιζαυπερφαλάγγιζεςυπερφαλάγγιζευπερφαλαγγίζαμευπερφαλαγγίζατευπερφαλάγγιζαν / υπερφαλαγγίζαν / υπερφαλαγγίζανε
Αόριστοςυπερφαλάγγισαυπερφαλάγγισεςυπερφαλάγγισευπερφαλαγγίσαμευπερφαλαγγίσατευπερφαλάγγισαν / υπερφαλαγγίσαν / υπερφαλαγγίσανε
Μέλλονταςθα υπερφαλαγγίζω / θα υπερφαλαγγίσωθα υπερφαλαγγίζεις / θα υπερφαλαγγίσειςθα υπερφαλαγγίζει / θα υπερφαλαγγίσειθα υπερφαλαγγίζουμε / θα υπερφαλαγγίσουμεθα υπερφαλαγγίζετε / θα υπερφαλαγγίσετεθα υπερφαλαγγίζουν / θα υπερφαλαγγίζουνε / θα υπερφαλαγγίσουν / θα υπερφαλαγγίσουνε
Παρακείμενοςέχω υπερφαλαγγίσειέχεις υπερφαλαγγίσειέχει υπερφαλαγγίσειέχουμε υπερφαλαγγίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα υπερφαλαγγίσειείχες υπερφαλαγγίσειείχε υπερφαλαγγίσειείχαμε υπερφαλαγγίσει——
Υποτακτικήνα έχω υπερφαλαγγίσει / να υπερφαλαγγίζω / να υπερφαλαγγίσωνα έχεις υπερφαλαγγίσει / να υπερφαλαγγίζεις / να υπερφαλαγγίσειςνα έχει υπερφαλαγγίσει / να υπερφαλαγγίζει / να υπερφαλαγγίσεινα έχουμε υπερφαλαγγίσει / να υπερφαλαγγίζουμε / να υπερφαλαγγίσουμενα υπερφαλαγγίζετε / να υπερφαλαγγίσετενα υπερφαλαγγίζουν / να υπερφαλαγγίζουνε / να υπερφαλαγγίσουν / να υπερφαλαγγίσουνε
Προστακτική—υπερφαλάγγιζε / υπερφαλάγγισε——υπερφαλαγγίζετε / υπερφαλαγγίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

υπερφαλαγγίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →