υπερφαλαγγίζω
•
- στρατιωτικός όροςκυκλώνω τα αντίπαλα στρατεύματα αναπτύσσοντας τα δικά μου πέρα από τις άκρες των στρατευμάτων των αντιπάλων Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηυπερκεράζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερφαλαγγίζω < αρχαία ελληνική ὑπερφαλαγγέω / ὑπερφαλαγγῶ < ὑπέρ + φάλαγξ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπερφαλαγγίζω | υπερφαλαγγίζεις | υπερφαλαγγίζει | υπερφαλαγγίζουμε | υπερφαλαγγίζετε | υπερφαλαγγίζουν / υπερφαλαγγίζουνε |
| Παρατατικός | υπερφαλάγγιζα | υπερφαλάγγιζες | υπερφαλάγγιζε | υπερφαλαγγίζαμε | υπερφαλαγγίζατε | υπερφαλάγγιζαν / υπερφαλαγγίζαν / υπερφαλαγγίζανε |
| Αόριστος | υπερφαλάγγισα | υπερφαλάγγισες | υπερφαλάγγισε | υπερφαλαγγίσαμε | υπερφαλαγγίσατε | υπερφαλάγγισαν / υπερφαλαγγίσαν / υπερφαλαγγίσανε |
| Μέλλοντας | θα υπερφαλαγγίζω / θα υπερφαλαγγίσω | θα υπερφαλαγγίζεις / θα υπερφαλαγγίσεις | θα υπερφαλαγγίζει / θα υπερφαλαγγίσει | θα υπερφαλαγγίζουμε / θα υπερφαλαγγίσουμε | θα υπερφαλαγγίζετε / θα υπερφαλαγγίσετε | θα υπερφαλαγγίζουν / θα υπερφαλαγγίζουνε / θα υπερφαλαγγίσουν / θα υπερφαλαγγίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υπερφαλαγγίσει | έχεις υπερφαλαγγίσει | έχει υπερφαλαγγίσει | έχουμε υπερφαλαγγίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπερφαλαγγίσει | είχες υπερφαλαγγίσει | είχε υπερφαλαγγίσει | είχαμε υπερφαλαγγίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπερφαλαγγίσει / να υπερφαλαγγίζω / να υπερφαλαγγίσω | να έχεις υπερφαλαγγίσει / να υπερφαλαγγίζεις / να υπερφαλαγγίσεις | να έχει υπερφαλαγγίσει / να υπερφαλαγγίζει / να υπερφαλαγγίσει | να έχουμε υπερφαλαγγίσει / να υπερφαλαγγίζουμε / να υπερφαλαγγίσουμε | να υπερφαλαγγίζετε / να υπερφαλαγγίσετε | να υπερφαλαγγίζουν / να υπερφαλαγγίζουνε / να υπερφαλαγγίσουν / να υπερφαλαγγίσουνε |
| Προστακτική | — | υπερφαλάγγιζε / υπερφαλάγγισε | — | — | υπερφαλαγγίζετε / υπερφαλαγγίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
υπερφαλαγγίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →