υπερφορτώνω
•
- φορτώνω υπερβολικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερφορτώνω < μεσαιωνική ελληνική ὑπέρφορτος + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπερφορτώνω | υπερφορτώνεις | υπερφορτώνει | υπερφορτώνουμε | υπερφορτώνετε | υπερφορτώνουν / υπερφορτώνουνε |
| Παρατατικός | υπερφόρτωνα | υπερφόρτωνες | υπερφόρτωνε | υπερφορτώναμε | υπερφορτώνατε | υπερφορτώναν / υπερφορτώνανε / υπερφόρτωναν |
| Αόριστος | υπερφόρτωσα | υπερφόρτωσες | υπερφόρτωσε | υπερφορτώσαμε | υπερφορτώσατε | υπερφορτώσαν / υπερφορτώσανε / υπερφόρτωσαν |
| Μέλλοντας | θα υπερφορτώνω / θα υπερφορτώσω | θα υπερφορτώνεις / θα υπερφορτώσεις | θα υπερφορτώνει / θα υπερφορτώσει | θα υπερφορτώνουμε / θα υπερφορτώσουμε | θα υπερφορτώνετε / θα υπερφορτώσετε | θα υπερφορτώνουν / θα υπερφορτώνουνε / θα υπερφορτώσουν / θα υπερφορτώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υπερφορτώσει | έχεις υπερφορτώσει | έχει υπερφορτώσει | έχουμε υπερφορτώσει | έχετε υπερφορτώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπερφορτώσει | είχες υπερφορτώσει | είχε υπερφορτώσει | είχαμε υπερφορτώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπερφορτώσει / να υπερφορτώνω / να υπερφορτώσω | να έχεις υπερφορτώσει / να υπερφορτώνεις / να υπερφορτώσεις | να έχει υπερφορτώσει / να υπερφορτώνει / να υπερφορτώσει | να έχουμε υπερφορτώσει / να υπερφορτώνουμε / να υπερφορτώσουμε | να έχετε υπερφορτώσει / να υπερφορτώνετε / να υπερφορτώσετε | να υπερφορτώνουν / να υπερφορτώνουνε / να υπερφορτώσουν / να υπερφορτώσουνε |
| Προστακτική | — | υπερφόρτωνε / υπερφόρτωσε | — | — | υπερφορτώνετε / υπερφορτώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →