Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερφορτώνω

ρήμα
•
  1. φορτώνω υπερβολικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερφορτώνω < μεσαιωνική ελληνική ὑπέρφορτος + -ώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυπερφορτώνωυπερφορτώνειςυπερφορτώνειυπερφορτώνουμευπερφορτώνετευπερφορτώνουν / υπερφορτώνουνε
Παρατατικόςυπερφόρτωναυπερφόρτωνεςυπερφόρτωνευπερφορτώναμευπερφορτώνατευπερφορτώναν / υπερφορτώνανε / υπερφόρτωναν
Αόριστοςυπερφόρτωσαυπερφόρτωσεςυπερφόρτωσευπερφορτώσαμευπερφορτώσατευπερφορτώσαν / υπερφορτώσανε / υπερφόρτωσαν
Μέλλονταςθα υπερφορτώνω / θα υπερφορτώσωθα υπερφορτώνεις / θα υπερφορτώσειςθα υπερφορτώνει / θα υπερφορτώσειθα υπερφορτώνουμε / θα υπερφορτώσουμεθα υπερφορτώνετε / θα υπερφορτώσετεθα υπερφορτώνουν / θα υπερφορτώνουνε / θα υπερφορτώσουν / θα υπερφορτώσουνε
Παρακείμενοςέχω υπερφορτώσειέχεις υπερφορτώσειέχει υπερφορτώσειέχουμε υπερφορτώσειέχετε υπερφορτώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα υπερφορτώσειείχες υπερφορτώσειείχε υπερφορτώσειείχαμε υπερφορτώσει——
Υποτακτικήνα έχω υπερφορτώσει / να υπερφορτώνω / να υπερφορτώσωνα έχεις υπερφορτώσει / να υπερφορτώνεις / να υπερφορτώσειςνα έχει υπερφορτώσει / να υπερφορτώνει / να υπερφορτώσεινα έχουμε υπερφορτώσει / να υπερφορτώνουμε / να υπερφορτώσουμενα έχετε υπερφορτώσει / να υπερφορτώνετε / να υπερφορτώσετενα υπερφορτώνουν / να υπερφορτώνουνε / να υπερφορτώσουν / να υπερφορτώσουνε
Προστακτική—υπερφόρτωνε / υπερφόρτωσε——υπερφορτώνετε / υπερφορτώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →