παραφορτώνω
•
- κυριολεκτικάφορτώνω υπερβολικά Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπιβαρύνω κάποιον με υπέρμετρο φορτίο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραφορτώνω < παρα- + φορτώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραφορτώνω | παραφορτώνεις | παραφορτώνει | παραφορτώνουμε | παραφορτώνετε | παραφορτώνουν / παραφορτώνουνε |
| Παρατατικός | παραφόρτωνα | παραφόρτωνες | παραφόρτωνε | παραφορτώναμε | παραφορτώνατε | παραφορτώναν / παραφορτώνανε / παραφόρτωναν |
| Αόριστος | παραφόρτωσα | παραφόρτωσες | παραφόρτωσε | παραφορτώσαμε | παραφορτώσατε | παραφορτώσαν / παραφορτώσανε / παραφόρτωσαν |
| Μέλλοντας | θα παραφορτώνω / θα παραφορτώσω | θα παραφορτώνεις / θα παραφορτώσεις | θα παραφορτώνει / θα παραφορτώσει | θα παραφορτώνουμε / θα παραφορτώσουμε | θα παραφορτώνετε / θα παραφορτώσετε | θα παραφορτώνουν / θα παραφορτώνουνε / θα παραφορτώσουν / θα παραφορτώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παραφορτώσει | έχεις παραφορτώσει | έχει παραφορτώσει | έχουμε παραφορτώσει | έχετε παραφορτώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραφορτώσει | είχες παραφορτώσει | είχε παραφορτώσει | είχαμε παραφορτώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παραφορτώσει / να παραφορτώνω / να παραφορτώσω | να έχεις παραφορτώσει / να παραφορτώνεις / να παραφορτώσεις | να έχει παραφορτώσει / να παραφορτώνει / να παραφορτώσει | να έχουμε παραφορτώσει / να παραφορτώνουμε / να παραφορτώσουμε | να έχετε παραφορτώσει / να παραφορτώνετε / να παραφορτώσετε | να παραφορτώνουν / να παραφορτώνουνε / να παραφορτώσουν / να παραφορτώσουνε |
| Προστακτική | — | παραφόρτωνε / παραφόρτωσε | — | — | παραφορτώνετε / παραφορτώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →