Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερφυσικός

/i.peɾ.fi.siˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ξεπερνά τους νόμους της φύσης, που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός χάρη σ' αυτούς ή να ερμηνευθεί βάσει αυτών Βικιλεξικό
  2. που ξεπερνάει τα φυσιολογικά μέτρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερφυσικός < αρχαία ελληνική ὑπερφυσικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερφυσικόςυπερφυσικήυπερφυσικό
Γενικήυπερφυσικούυπερφυσικήςυπερφυσικού
Αιτιατικήυπερφυσικόυπερφυσικήυπερφυσικό
Κλητικήυπερφυσικέυπερφυσικήυπερφυσικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερφυσικοίυπερφυσικέςυπερφυσικά
Γενικήυπερφυσικώνυπερφυσικώνυπερφυσικών
Αιτιατικήυπερφυσικούςυπερφυσικέςυπερφυσικά
Κλητικήυπερφυσικοίυπερφυσικέςυπερφυσικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →