φυσικός
•
- επιστήμονας του οποίου το αντικείμενο είναι η φυσική Βικιλεξικό
- ειδικότερακαθηγητής ή καθηγήτρια φυσικής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φυσικός < αρχ. ελλ. επίθετο φυσικός-ή-όν < φύσις < φύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φυσικός / φυσική / φυσικός / φυσικό | φυσικοί / φυσικές / φυσικοί / φυσικά |
| Γενική | φυσικού / φυσικής / φυσικού / φυσικού | φυσικών / φυσικών / φυσικών / φυσικών |
| Αιτιατική | φυσικό / φυσική / φυσικό / φυσικό | φυσικούς / φυσικές / φυσικούς / φυσικά |
| Κλητική | φυσικέ / φυσική / φυσικέ / φυσικό | φυσικοί / φυσικές / φυσικοί / φυσικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →