υπερώνυμος
•
- γλωσσολογίαπου έχει ευρύτερη σημασία, που κατατάσσεται ιεραρχικά σε ανώτερη σημασιολογικά βαθμίδα Βικιλεξικό
- θρησκείαυπέρτερος κάθε ονομασίας, που δεν μπορεί να εκφραστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερώνυμος < υπερώνυμ(ο) + -ος ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική hypernymous ή από τη γαλλική hyperonymique < αρχαία ελληνική ὑπέρ + ὄνυμα. Μορφολογικά αναλύεται σε υπερ- + -ώνυμος. Διαφορετικό το ελληνιστικό ὑπερώνυμος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερώνυμος | υπερώνυμη | υπερώνυμο |
| Γενική | υπερώνυμου | υπερώνυμης | υπερώνυμου |
| Αιτιατική | υπερώνυμο | υπερώνυμη | υπερώνυμο |
| Κλητική | υπερώνυμε | υπερώνυμη | υπερώνυμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερώνυμοι | υπερώνυμες | υπερώνυμα |
| Γενική | υπερώνυμων | υπερώνυμων | υπερώνυμων |
| Αιτιατική | υπερώνυμους | υπερώνυμες | υπερώνυμα |
| Κλητική | υπερώνυμοι | υπερώνυμες | υπερώνυμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →