Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερώνυμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γλωσσολογίαπου έχει ευρύτερη σημασία, που κατατάσσεται ιεραρχικά σε ανώτερη σημασιολογικά βαθμίδα Βικιλεξικό
  2. θρησκείαυπέρτερος κάθε ονομασίας, που δεν μπορεί να εκφραστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερώνυμος < υπερώνυμ(ο) + -ος ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική hypernymous ή από τη γαλλική hyperonymique < αρχαία ελληνική ὑπέρ + ὄνυμα. Μορφολογικά αναλύεται σε υπερ- + -ώνυμος. Διαφορετικό το ελληνιστικό ὑπερώνυμος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερώνυμοςυπερώνυμηυπερώνυμο
Γενικήυπερώνυμουυπερώνυμηςυπερώνυμου
Αιτιατικήυπερώνυμουπερώνυμηυπερώνυμο
Κλητικήυπερώνυμευπερώνυμηυπερώνυμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερώνυμοιυπερώνυμεςυπερώνυμα
Γενικήυπερώνυμωνυπερώνυμωνυπερώνυμων
Αιτιατικήυπερώνυμουςυπερώνυμεςυπερώνυμα
Κλητικήυπερώνυμοιυπερώνυμεςυπερώνυμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →