υπηρετικά
•
- με υπηρετικό τρόπο ή συμπεριφορά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπηρετικά < υπηρετικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
υπηρετικά < υπηρετικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →