Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπηρετικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον υπηρέτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπηρετικός < αρχαία ελληνική ὑπηρετικός ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική gens de service )

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπηρετικόςυπηρετικήυπηρετικό
Γενικήυπηρετικούυπηρετικήςυπηρετικού
Αιτιατικήυπηρετικόυπηρετικήυπηρετικό
Κλητικήυπηρετικέυπηρετικήυπηρετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπηρετικοίυπηρετικέςυπηρετικά
Γενικήυπηρετικώνυπηρετικώνυπηρετικών
Αιτιατικήυπηρετικούςυπηρετικέςυπηρετικά
Κλητικήυπηρετικοίυπηρετικέςυπηρετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →