υπηρετικός
•
- που έχει σχέση με τον υπηρέτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπηρετικός < αρχαία ελληνική ὑπηρετικός ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική gens de service )
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπηρετικός | υπηρετική | υπηρετικό |
| Γενική | υπηρετικού | υπηρετικής | υπηρετικού |
| Αιτιατική | υπηρετικό | υπηρετική | υπηρετικό |
| Κλητική | υπηρετικέ | υπηρετική | υπηρετικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπηρετικοί | υπηρετικές | υπηρετικά |
| Γενική | υπηρετικών | υπηρετικών | υπηρετικών |
| Αιτιατική | υπηρετικούς | υπηρετικές | υπηρετικά |
| Κλητική | υπηρετικοί | υπηρετικές | υπηρετικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →