υπηρέτης
•
- επάγγελμααυτός που υπηρετεί κάποιον, που εργάζεται στην υπηρεσία του κάνοντας διάφορες εργασίες ή δουλειές που του ανατίθενται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπηρέτης < αρχαία ελληνική ὑπηρέτης < ὑπό + ἐρέτης < ἐρέσσω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁reh₁- (κωπηλατώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπηρέτης | υπηρέτες |
| Γενική | υπηρέτη | υπηρετών |
| Αιτιατική | υπηρέτη | υπηρέτες |
| Κλητική | υπηρέτη | υπηρέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →