Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπνωτίζω

/i.pnoˈti.zo/ρήμα
•
  1. αποκοιμίζω κάποιον με υπνωτισμό Βικιλεξικό
    • Όλα είχαν μια έξοχη αληθοφάνεια. Η παραστατικότητα του λόγου του ασφαλίτη τον υπνώτιζε, αν δεν τον έβλεπε με καχυποψία και δεν τον αφορούσε όλο αυτό θα μπορούσε να απολαύσει ως λογοτεχνικό κείμενο την έξοχη προφορικότητα του μονόλογου αυτουνού του χαρισματικού αστυνόμου. (Βασίλης Γκουρογιάννης, Αναψηλάφηση, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  2. μεταφορικάπαραλύω τη θέληση κάποιου, σαγηνεύω, τον κάνω να υπακούει τυφλά στη θέλησή μου, χωρίς να καταλαβαίνει με σαφήνεια την πραγματικότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπνωτίζω < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική hypnotize ή γαλλική hypnotiser < αρχαία ελληνική ὑπνωτικός + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυπνωτίζωυπνωτίζειςυπνωτίζειυπνωτίζουμευπνωτίζετευπνωτίζουν / υπνωτίζουνε
Παρατατικόςυπνώτιζαυπνώτιζεςυπνώτιζευπνωτίζαμευπνωτίζατευπνωτίζαν / υπνωτίζανε / υπνώτιζαν
Αόριστοςυπνώτισαυπνώτισεςυπνώτισευπνωτίσαμευπνωτίσατευπνωτίσαν / υπνωτίσανε / υπνώτισαν
Μέλλονταςθα υπνωτίζω / θα υπνωτίσωθα υπνωτίζεις / θα υπνωτίσειςθα υπνωτίζει / θα υπνωτίσειθα υπνωτίζουμε / θα υπνωτίσουμεθα υπνωτίζετε / θα υπνωτίσετεθα υπνωτίζουν / θα υπνωτίζουνε / θα υπνωτίσουν / θα υπνωτίσουνε
Παρακείμενοςέχω υπνωτίσειέχεις υπνωτίσειέχει υπνωτίσειέχουμε υπνωτίσειέχετε υπνωτίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα υπνωτίσειείχες υπνωτίσειείχε υπνωτίσειείχαμε υπνωτίσει——
Υποτακτικήνα έχω υπνωτίσει / να υπνωτίζω / να υπνωτίσωνα έχεις υπνωτίσει / να υπνωτίζεις / να υπνωτίσειςνα έχει υπνωτίσει / να υπνωτίζει / να υπνωτίσεινα έχουμε υπνωτίσει / να υπνωτίζουμε / να υπνωτίσουμενα έχετε υπνωτίσει / να υπνωτίζετε / να υπνωτίσετενα υπνωτίζουν / να υπνωτίζουνε / να υπνωτίσουν / να υπνωτίσουνε
Προστακτική—υπνώτιζε / υπνώτισε——υπνωτίζετε / υπνωτίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →