υπνώνω
•
- αποκοιμίζω χρησιμοποιώντας χημικά μέσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπνώνω < ὑπνόω-ῶ < ὕπνος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπνώνω | υπνώνεις | υπνώνει | υπνώνουμε | υπνώνετε | υπνώνουν / υπνώνουνε |
| Παρατατικός | ύπνωνα | ύπνωνες | ύπνωνε | υπνώναμε | υπνώνατε | υπνώναν / υπνώνανε / ύπνωναν |
| Αόριστος | ύπνωσα | ύπνωσες | ύπνωσε | υπνώσαμε | υπνώσατε | υπνώσαν / υπνώσανε / ύπνωσαν |
| Μέλλοντας | θα υπνώνω / θα υπνώσω | θα υπνώνεις / θα υπνώσεις | θα υπνώνει / θα υπνώσει | θα υπνώνουμε / θα υπνώσουμε | θα υπνώνετε / θα υπνώσετε | θα υπνώνουν / θα υπνώνουνε / θα υπνώσουν / θα υπνώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υπνώσει | έχεις υπνώσει | έχει υπνώσει | έχουμε υπνώσει | έχετε υπνώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπνώσει | είχες υπνώσει | είχε υπνώσει | είχαμε υπνώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπνώσει / να υπνώνω / να υπνώσω | να έχεις υπνώσει / να υπνώνεις / να υπνώσεις | να έχει υπνώσει / να υπνώνει / να υπνώσει | να έχουμε υπνώσει / να υπνώνουμε / να υπνώσουμε | να έχετε υπνώσει / να υπνώνετε / να υπνώσετε | να υπνώνουν / να υπνώνουνε / να υπνώσουν / να υπνώσουνε |
| Προστακτική | — | ύπνωνε / ύπνωσε | — | — | υπνώνετε / υπνώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →