υποβιβάζω
•
- κατεβάζω κάτι σε χαμηλότερο ποιοτικά επίπεδο Βικιλεξικό
- τέτοιες ενέργειες υποβιβάζουν τον άνθρωπο σε κτήνος
- αθλητισμόςκατεβάζω μια ομάδα σε χαμηλότερη κατηγορία Βικιλεξικό
- το αθλητικό δικαστήριο υποβίβασε την ομάδα στην Δ' Κατηγορία λόγω του σκανδάλου των πουλημένων αγώνων
Ετυμολογία
υποβιβάζω < αρχαία ελληνική ὑποβιβάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποβιβάζω | υποβιβάζεις | υποβιβάζει | υποβιβάζουμε | υποβιβάζετε | υποβιβάζουν / υποβιβάζουνε |
| Παρατατικός | υποβίβαζα | υποβίβαζες | υποβίβαζε | υποβιβάζαμε | υποβιβάζατε | υποβίβαζαν / υποβιβάζαν / υποβιβάζανε |
| Αόριστος | υποβίβασα | υποβίβασες | υποβίβασε | υποβιβάσαμε | υποβιβάσατε | υποβίβασαν / υποβιβάσαν / υποβιβάσανε |
| Μέλλοντας | θα υποβιβάζω / θα υποβιβάσω | θα υποβιβάζεις / θα υποβιβάσεις | θα υποβιβάζει / θα υποβιβάσει | θα υποβιβάζουμε / θα υποβιβάσουμε | θα υποβιβάζετε / θα υποβιβάσετε | θα υποβιβάζουν / θα υποβιβάζουνε / θα υποβιβάσουν / θα υποβιβάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υποβιβάσει | έχεις υποβιβάσει | έχει υποβιβάσει | έχουμε υποβιβάσει | έχετε υποβιβάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποβιβάσει | είχες υποβιβάσει | είχε υποβιβάσει | είχαμε υποβιβάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υποβιβάσει / να υποβιβάζω / να υποβιβάσω | να έχεις υποβιβάσει / να υποβιβάζεις / να υποβιβάσεις | να έχει υποβιβάσει / να υποβιβάζει / να υποβιβάσει | να έχουμε υποβιβάσει / να υποβιβάζουμε / να υποβιβάσουμε | να έχετε υποβιβάσει / να υποβιβάζετε / να υποβιβάσετε | να υποβιβάζουν / να υποβιβάζουνε / να υποβιβάσουν / να υποβιβάσουνε |
| Προστακτική | — | υποβίβαζε / υποβίβασε | — | — | υποβιβάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
υποβιβάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →