υποβολιμαία
•
- λόγιομε υποβολιμαίο τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποβολιμαία < υποβολιμαίος + -α < αρχαία ελληνική ὑποβολιμαῖος < ὑποβολή < ὑποβάλλω < ὑπό + βάλλω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gʷl̥-ne-h₁- < *gʷelH- (βάλλω, χτυπώ, εκσφενδονίζω)
Άλλοι τύποι
υποβολιμααυποβολιμααςυποβολιμαευποβολιμαεςυποβολιμαουποβολιμαοιυποβολιμαοςυποβολιμαουυποβολιμαουςυποβολιμαων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →