υποδέχομαι
•
- χαιρετώ και καλωσορίζω κάποιον που μόλις ήρθε στο χώρο μου Βικιλεξικό
- όλη η οικογένεια ετοιμάστηκε να υποδεχτεί τον φιλοξενούμενο
- (μεταφορικά)
- Τα μουσκεμμένα τα φυτά με τα μεγάλα φύλλα / Χαίρονται σαν άνθρωποι και πίνουν διψασμένα / Οι μπανανιές τα μπαομπάμπ οι λιάνες τα δενδρύλια / Την μπόρα υποδέχονται σαν νάταν σωτηρία (Νάνος Βαλαωρίτης, Ο έγχρωμος στυλογράφος, εκδόσεις Δωδώνη 1986, σελ. 110)
- αντιμετωπίζω με κάποια συγκεκριμένη διάθεση κάποιον που ήρθε ή κάτι που μόλις έγινε ή ανακοινώθηκε Βικιλεξικό
- τον υποδέχτηκαν ψυχρά
Ετυμολογία
υποδέχομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑποδέχομαι. Συγχρονικά αναλύεται σε υπο- + δέχομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποδέχομαι | υποδέχεσαι | υποδέχεται | υποδεχόμαστε | υποδέχεστε | υποδέχονται |
| Παρατατικός | υποδεχόμουν / υποδεχόμουνα | υποδεχόσουν / υποδεχόσουνα | υποδεχόταν / υποδεχότανε | υποδεχόμασταν / υποδεχόμαστε | υποδεχόσασταν / υποδεχόσαστε | υποδέχονταν / υποδεχόντουσαν |
| Αόριστος | υποδέχτηκα | υποδέχτηκες | υποδέχτηκε | υποδεχτήκαμε | υποδεχτήκατε | υποδέχτηκαν / υποδεχτήκαν / υποδεχτήκανε |
| Μέλλοντας | θα υποδέχομαι / θα υποδεχτώ | θα υποδέχεσαι / θα υποδεχτείς | θα υποδέχεται / θα υποδεχτεί | θα υποδεχτούμε / θα υποδεχόμαστε | θα υποδέχεστε / θα υποδεχτείτε | θα υποδέχονται / θα υποδεχτούν / θα υποδεχτούνε |
| Παρακείμενος | έχω υποδεχτεί | έχεις υποδεχτεί | έχει υποδεχτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποδεχτεί | είχες υποδεχτεί | είχε υποδεχτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υποδεχτεί / να υποδέχομαι / να υποδεχτώ | να έχεις υποδεχτεί / να υποδέχεσαι / να υποδεχτείς | να έχει υποδεχτεί / να υποδέχεται / να υποδεχτεί | να υποδεχτούμε / να υποδεχόμαστε | να υποδέχεστε / να υποδεχτείτε | να υποδέχονται / να υποδεχτούν / να υποδεχτούνε |
| Προστακτική | — | υποδέξου / υποδέχου | — | — | υποδέχεστε / υποδεχτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →