υποδαυλίζω
•
- πυροδοτώ έντεχνα πάθη και αναστάτωση, συχνά χωρίς να φαίνομαι, προβοκάρω, υποκινώ, επιδεινώνω μια κατάσταση προσθέτοντας ένταση, ξεσηκώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποδαυλίζω < υπο- + δαυλ(ός) + -ίζω < μεσαιωνική ελληνική δαυλός < αρχαία ελληνική δαλός (απόδοση για τη γαλλική attiser)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποδαυλίζω | υποδαυλίζεις | υποδαυλίζει | υποδαυλίζουμε | υποδαυλίζετε | υποδαυλίζουν / υποδαυλίζουνε |
| Παρατατικός | υποδαύλιζα | υποδαύλιζες | υποδαύλιζε | υποδαυλίζαμε | υποδαυλίζατε | υποδαυλίζαν / υποδαυλίζανε / υποδαύλιζαν |
| Αόριστος | υποδαύλισα | υποδαύλισες | υποδαύλισε | υποδαυλίσαμε | υποδαυλίσατε | υποδαυλίσαν / υποδαυλίσανε / υποδαύλισαν |
| Μέλλοντας | θα υποδαυλίζω / θα υποδαυλίσω | θα υποδαυλίζεις / θα υποδαυλίσεις | θα υποδαυλίζει / θα υποδαυλίσει | θα υποδαυλίζουμε / θα υποδαυλίσουμε | θα υποδαυλίζετε / θα υποδαυλίσετε | θα υποδαυλίζουν / θα υποδαυλίζουνε / θα υποδαυλίσουν / θα υποδαυλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υποδαυλίσει | έχεις υποδαυλίσει | έχει υποδαυλίσει | έχουμε υποδαυλίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποδαυλίσει | είχες υποδαυλίσει | είχε υποδαυλίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υποδαυλίσει / να υποδαυλίζω / να υποδαυλίσω | να έχεις υποδαυλίσει / να υποδαυλίζεις / να υποδαυλίσεις | να έχει υποδαυλίσει / να υποδαυλίζει / να υποδαυλίσει | να έχουμε υποδαυλίσει / να υποδαυλίζουμε / να υποδαυλίσουμε | να υποδαυλίζετε / να υποδαυλίσετε | να υποδαυλίζουν / να υποδαυλίζουνε / να υποδαυλίσουν / να υποδαυλίσουνε |
| Προστακτική | — | υποδαύλιζε / υποδαύλισε | — | — | υποδαυλίζετε / υποδαυλίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
υποδαυλίστηκαυποδαυλίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →